Πρωτόγνωρες σε σχέση με το παρελθόν ατομικές ψυχοσυνθέσεις και συνειδητότητες;

0

Google News

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

«Δεν είναι η ποινή, αλλά το έγκλημα που οδηγεί στην ατίμωση» -Vittorio Alfieri

Από όποια πλευρά και να το προσεγγίσεις το ζήτημα της σύλληψης της κατηγορούμενης πια για ανθρωποκτονία (της κόρης της…) Ρούλας Πισπιρίγκου, το σοκ είναι διάχυτο. Και τα λόγια περιττά. Νομίζω πως και να θες να μιλήσεις σχετικώς πολύ, δεν βγαίνουν εύκολα τα λόγια… Δεν είναι κλισέ αυτό, αλλά ούτε και πρόχειρη απόπειρα να ευθυγραμμιστεί κάποιος με το κοινωνικό ρεύμα των ημερών. Είναι η πραγματικότητα που αναδύουν οι συνταρακτικές αποκαλύψεις που λαμβάνουν χώρα… Γράφεται ιστορία τις τελευταίες ημέρες, έστω και αν αυτή ανήκει στις μελανότερες σελίδες της εγχώριας κοινωνικής ζωής.

Η απώλεια των τριών κοριτσιών της συγκεκριμένης οικογένειας δεν θα ξεχαστεί μάλλον ποτέ από το εγχώριο κοινωνικό υποσυνείδητο. Ειδικά αν το αίτιο είναι κοινό και συγκεκριμένο… Δίπλα στο τι έγινε πραγματικά, ποιοι είναι οι ένοχοι, στα γιατί και στα πώς, σε όλα τα «αστυνομικά συστατικά» της πολύκροτης υπόθεσης, υπάρχει το ανθρώπινο στοιχείο. Που λειτουργεί ως πυροκροτητής που αυξάνει τα αισθήματα οργής, είτε αυτά είναι εύλογα και ελεγχόμενα, είτε υπερβολικά έως και κανιβαλικά. Η οχλοκρατική αντιμετώπιση του ζητήματος απωθεί δικαίως πολλές συνειδήσεις, αλλά είναι η αλήθεια πως δεν προκύπτει από το πουθενά (δίχως να θέλω να δικαιολογήσω συμπεριφορές…).

Είναι κάποιες στιγμές που εγώ δεν αντέχω να βλέπω φωτό και βίντεο από αυτά τα παιδάκια που έφυγαν τόσο πρόωρα. Λυγίζω… Αλλά, τέλος πάντων, στο συγκεκριμένο σημείωμα δεν έχει σημασία το τι μου προκαλεί εμένα η υπόθεση αυτή, αλλά να καταγραφούν κάποια πράγματα για την εγχώρια δημόσια ζωή με αφορμή τη σοκαριστική σύλληψη της κατηγορούμενης από την Πάτρα… Σε παρεμφερείς υποθέσεις που παίρνουν τόσο μεγάλη έκταση και απασχολούν την πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου είναι το αναμενόμενο ο καθένας να λέει ότι θέλει δίχως να επιλέγει να φιλτράρει τα λόγια, τα συναισθήματα, ακόμα και τις κινήσεις του… Λογικό κάτι τέτοιο, γιατί έτσι λειτουργούν τα ανθρώπινα. Και δεν θα πάψουν ποτέ κατά την προσωπική μου άποψη να είναι κάπως έτσι… Ανεξάρτητα από το αν μπορέσουμε κάποια στιγμή σαν ανθρωπότητα να εφαρμόσουμε «ιδανικά»-αποτελεσματικά κοινωνικά συστήματα…

Το κοινωνικό κλίμα που διαμορφώνεται προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν και οι αρχές για να φέρουν εις πέρας το έργο τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που η πίεση που ασκείται σε κάποιον ύποπτο για να υποπέσει σε καθοριστικά λάθη, περιλαμβάνει και τα όσα ειπώνονται στα media, όπως και την επιτηδευμένη εστίαση στις αντιδράσεις των κοινωνικών περίγυρων (ποσοτικά μικρότερων ή μεγαλύτερων). Από τη δική τους πλευρά, οι σοβαροί επαγγελματίες κάθε τομέα (στη συγκεκριμένη περίπτωση παιδοψυχολόγοι, ιατροδικαστές, γιατροί, αστυνομικοί, δικηγόροι, κοκ) καταλαβαίνουν πολλά ή τέλος πάντων καταγράφουν με εξονυχιστικό τρόπο συμπεριφορές και με βάση τις επιστημονικές γνώσεις, τις εμπειρίες, τη συνδυαστική σκέψη και κάποιες φορές και το ένστικτό τους, φτιάχνουν ένα ή δύο βασικά σενάρια. Μένει μετά η απόδειξη, που είναι το τελικό αποτέλεσμα της επαρκούς συγκέντρωσης των κατάλληλων στοιχείων. Το πιο δύσκολο έργο… Γιατί κάποιες φορές το προφανές δεν ισχύει, ενώ κάποιες άλλες η πραγματικότητα κρύβεται πολύ καλά.

Θα σταθώ λίγο στο ρόλο των media σε τέτοιες περιπτώσεις. Συχνά βλέπουμε να αναλαμβάνουν κάποιες γνωστές περσόνες της τηλεοπτικής κυρίως δημοσιογραφίας, το ρόλο της πίεσης προς τον εκάστοτε δράστη. Είτε «φωτογραφίζοντάς» τον, είτε εκμαιεύοντας συμπεριφορές και φραστικά ατοπήματα του ίδιου μιλώντας μαζί του, είτε αποπροσανατολίζοντας τη σκέψη του στρέφοντας πρόσκαιρα το ενδιαφέρον αλλού και παραποιώντας προτεραιότητες. Και εδώ προκύπτει το ερώτημα: Πρέπει, π.χ., ο δημοσιογράφος να βοηθάει-συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τη διαλεύκανση στυγερών εγκλημάτων ή αρκεί το να μένει στη δεοντολογική καταγραφή των δεδομένων; Άντε να προχωράει ελεγχόμενα έστω και στην κατάθεση κάποιας εκτίμησης, κινούμενος πάντα στο πλαίσιο του σεβασμού των πραγματικών δεδομένων που έχει στη διάθεσή του και του ανάλογου τρόπου χρήσης τους.

Οι στάσεις ποικίλουν. Άλλοι δεν θα συνεργάζονταν ποτέ, για λόγους κοσμοθεώρησης, άλλοι θα το έκαναν είτε γιατί όντως θέλουν να βοηθήσουν, είτε γιατί έχουν άλλους σκοπούς να υπηρετήσουν ή να διευθετήσουν. Εγώ, προσωπικά, πιστεύω πως αν θέλει κάποιος να βοηθήσει μπορεί να συνεργαστεί με έναν αρμόδιο φορέα, κατά προτίμηση τις εισαγγελικές αρχές, δίχως να δώσει δημόσιες διαστάσεις ή να εφαρμόζει πρακτικές π.χ. τηλεδικαστή. Αλλά, αυτή είναι μία προσωπική άποψη, με την οποία πολλοί θα συμφωνήσουν, ενώ κάποιοι θα διαφωνήσουν… Το σίγουρο είναι πως η ακροαματικότητα, τα κλικαρίσματα, το «καλό όνομα», η καριέρα, το χρήμα, οι άκρες, δεν πρέπει να μπαίνουν πιο πάνω από κάποιες απαραίτητες αρχές… Όταν θα επανακαθορίσουμε τα όρια ιδιωτικού και δημόσιου βίου με πρακτική ευστοχία, όταν θα θέλουμε να μιλάμε όταν πρέπει και να το κλείνουμε το ρημάδι πάλι όταν πρέπει, τότε θα αυξήσουμε τις πιθανότητες να γίνουμε πιο λειτουργικοί. Και να μειώσουμε τα ποσοστά εξαχρείωσης που θα μαστίζουν την κοινωνία μας…

Κλείνοντας, θα ήθελα να προβώ σε ένα γενικό σχόλιο. Το οποίο μπορεί να ανταποκρίνεται στην υπόθεση της Πάτρας, μπορεί και να έχει τις μικρότερες δυνατές αντιστοιχίες. Σε μία κοινωνία που τα «εκτός ορίων» περιστατικά, πια, ξεφεύγουν αριθμητικά και ποιοτικά (γιατί ίσως έχουν διαμορφωθεί πρωτόγνωρες σε σχέση με το παρελθόν ατομικές ψυχοσυνθέσεις και συνειδητότητες), πρέπει να προβούμε έγκαιρα σε πιο βαθιές προσεγγίσεις πέρα από τις πρωτόλειες ηθικιστικές που είναι τόσο εύλογες που από ένα σημείο και μετά συσκοτίζουν παρά βοηθούν. Θα πρέπει να κοιτάμε τον καθρέφτη σε όλες τις χωροχρονικές συγκυρίες και όχι στις πιο βολικές, στις πιο κολακευτικές ή στις πιο αυτονόητες…

Και μη θεωρεί κανένας πως το βάναυσο και άκομψο πέρασμα από τα καλύτερα χρόνια του μακρινού πια παρελθόντος στις διαρκείς κρίσεις του σήμερα δεν επηρεάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και το είδος της παραβατικότητας που αναπτύσσεται στο γεωγραφικό μας χώρο. Γιατί δεν ξέρουμε σαν άτομα να κάνουμε πίσω, γιατί το να είμαστε διαρκώς «μπροστά» και «πιο πάνω» από τους άλλους το θεωρούμε «τίτλο τιμής» και αυτοσκοπό, γιατί δεν μάθαμε να βάζουμε όρια, γιατί δεν έχουμε συνέπειες όταν μεγαλώνουμε με αβανταδόρικες βουλησιαρχίες, γιατί το να κάνουμε κακό στους άλλους δεν δημιουργεί τύψεις, ενοχές και φόβο, αλλά παρέχει ένσημα αυτοεπιβεβαίωσης και προβάλλει ως βασικό μέσο επίτευξης του σκοπού, γιατί η ατομική ψυχοπάθεια προκύπτει όταν παραμελούμε τα απαραίτητα για να τα δώσουμε όλα στα εξεζητημένα που κρίνουμε πως μας προσδίδουν πόντους στο «χρηματιστήριο» των πολύμορφων νικών… Έτσι, δυστυχώς, καταλήγουμε στην (αδόκιμη) αναγκαιότητα να κάνουμε αυτό που έλεγε ο Νικολά Σαμφόρ: «Αντί να προσπαθούμε να διορθώσουμε τους ανθρώπους που προξενούν μεγάλες αδικίες στην κοινωνία, είναι αναγκαίο να διορθώσουμε την αδυναμία των ανθρώπων που τις υπομένουν».

Πηγή

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Leave A Reply

Your email address will not be published.