Πολίτες και επιστήμη | Η Εφημερίδα των Συντακτών

0

Η «επιστήμη των πολιτών» ή «κοινωνιοεπιστήμη» προϋποθέτει τον «έλεγχο» της επιστήμης από τους πολίτες υπό την έννοια της συμμετοχής αυτών στα κρίσιμα διακυβεύματα των ερευνών.

Google News

Οι τελευταίες απανωτές κρίσεις, οι οποίες αποτελούν επιμέρους όψεις μιας συνολικής πλέον, γενικευμένης και καθολικής κρίσης ενός τερατώδους και ανεξέλεγκτου –και μη ελέγξιμου– μεγα-συστήματος (εάν μπορούμε ακόμα να μιλάμε για «σύστημα»), έφεραν για ακόμα μια φορά στο προσκήνιο τη θέση και τον ρόλο των πολιτών στη θεσμική τους διάσταση, πέρα από την κινηματική.

Το ζήτημα τίθεται ειδικότερα, ίσως και επιτακτικότερα, στον τομέα της (τεχνο)επιστήμης είτε σε σχέση με θέματα-κρίσεις οικολογίας/περιβάλλοντος είτε υγειονομικά-πανδημία, όπου τα τελευταία έχουν ως βασικό άξονα τη βιοϊατρική και τις σχέσεις ιατρικής και πολιτικής και τελικά δημοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια γίνεται λόγος για «κοινωνιοεπιστήμη» που σημαίνει την αναγκαιότητα πλέον της ευρύτερης συμμετοχής των πολιτών προς αμοιβαίο όφελος αυτών και της λεγόμενης «επιστημονικής κοινότητας» τόσο κατά τη διαδικασία και τον σχεδιασμό όσο και ως προς το τελικό «προϊόν».

Η «επιστήμη των πολιτών» ή «κοινωνιοεπιστήμη», σε μια πρώτη διάστασή της, προϋποθέτει τον «έλεγχο» της επιστήμης από τους πολίτες υπό την έννοια της συμμετοχής αυτών στα κρίσιμα διακυβεύματα των ερευνών, κυρίως εφαρμοσμένων (τι ερευνάται, για ποιον και με ποιες συνέπειες). Και τούτο, σ’ ένα νέο επιστημολογικό παράδειγμα σύλληψης της πραγματικότητας, αυτό πλέον της πολυπλοκότητας, επιστημονικής αβεβαιότητας και της αρχής της αδυναμίας πλήρους θεμελίωσης των θεωριών (ή της υπαγωγής αυτών, για την εγκυρότητά τους, στον έλεγχο διάψευσης, σύμφωνα με τον Κ. Πόπερ).

Θεωριών τις οποίες, μπροστά στις μετανεωτερικές συλλογικές διακινδυνεύσεις ή ρίσκα, δηλαδή ενδεχόμενους ή πιθανούς συλλογικούς κινδύνους, διέπει σε πολιτικο-δικαιικό επίπεδο η περίφημη αρχή της προφύλαξης, η οποία εγκαλεί στην πραγματικότητα μια βαθιά και ριζική αναδιοργάνωση της δημόσιας ζωής και της οργάνωσης της κοινωνίας, με έμφαση μεταξύ άλλων στην αμεσοσυμμετοχή των πολιτών.

Γενικότερα γίνεται δεκτό πως δύο διαδικαστικές προϋποθέσεις θα πρέπει να συνοδεύουν τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών:

α. Στο αρχικό στάδιο, για να είναι ουσιαστική και όχι προσχηματική η συμμετοχή αυτή, θα πρέπει να αρχίζει με το τι και γιατί ερευνούμε, όταν δεν έχουν διαμορφωθεί πλήρως τα συμφέροντα (και η μορφή της τεχνολογίας δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ακόμα) και έτσι η ενδεχόμενη αντιπαράθεση να είναι αντιπαράθεση αξιών και όχι συμφερόντων.

β. Στο μετέπειτα στάδιο της αξιολόγησης μιας τεχνολογικής καινοτομίας περί της δυνητικής ύπαρξης κινδύνου, η εμπειρογνωμοσύνη (expertise) θα πρέπει να είναι διεπιστημονική, διαφανής, πλουραλιστική και υποκείμενη σε κατ’ αντιπαράθεση ελεύθερη συζήτηση (conrtadictoire).

Σε μια άλλη διάστασή της, η «επιστήμη των πολιτών», που μπορεί να περιλαμβάνει τοπικά και λαϊκά/παραδοσιακά/πρακτικά χαρακτηριστικά, την τοπική γνώση/«το πνεύμα του τόπου» [τοπικό αγαθό συνυφασμένο με την ποιότητα ζωής, κατά τον P. Fayerabend, αλλά και τη θεωρία και πρακτική των κοινών (commons)], ερωτάται εάν αντιπαρατίθεται προς την «επίσημη» «επιστήμη των ειδικών» και την «ειδικοκρατία», η οποία έχει κατακλύσει την κοινωνική και πολιτική ζωή (ιδίως σε περιόδους κρίσεων), ή απλώς αντιπαραβάλλεται και συμπληρώνει τη δεύτερη σε μια «γνωσιακή ποικιλότητα». Μπορούν να συνυπάρξουν και οι δύο επιστήμες και τα υποκείμενά τους; Ποια η θέση των ειδικών στον κυρίαρχο «δήμο» που διέπεται από την πολιτική ισότητα;

Στη δημοκρατία του δήμου που ενσαρκώνει την ουσιαστική (αμεσοσυμμετοχική) δημοκρατία δεν υπάρχει (ουδέτερη) επιστήμη. Αυτή η δημοκρατία έχει ως αρχή ότι στην πολιτική, και σε αντίθεση με τον Πλάτωνα ο οποίος ταύτιζε πολιτική και επιστήμη – ο επιστήμων βασιλέας, δεν υπάρχει επιστήμη ούτε ειδικοί οι οποίοι θα λύνουν τα προβλήματα.

Αυτό είναι έργο (και καθήκον) των πολιτών που εκφράζουν μέσω και της λαϊκής παραδοσιακής γνώσης τη σύνεση, την (κοινή) λογική και τη σωφροσύνη, παρά την έλλειψη (ειδικών) γνώσεων για τις οποίες όμως θα μπορούσαν να συμβουλευθούν με κοινή απόφαση ειδικούς. Οπως γνωρίζουμε ήδη από την αθηναϊκή δημοκρατία, η λήψη μιας (πολιτικής) απόφασης δεν αφήνεται στους ειδικούς αλλά στην ευβουλία, στην ορθή κρίση από πολίτες και μάλιστα με κλήρωση (βλ. παρακ.).

Οι ειδικοί δεν αποφασίζουν αλλά συμβουλεύουν εκφράζοντας την επιστημονική τους γνώμη και εφαρμόζουν τις αποφάσεις του δήμου. Οι τελικές αποφάσεις-λύσεις είναι έργο των πολιτικών στα διάφορα επίπεδα. Οι πολιτικοί δεν πρέπει να διαφεύγουν τις ευθύνες τους επαφιέμενοι στην επιστήμη και στους ειδικούς. Σε καμία περίπτωση όμως οι αποφάσεις αυτές δεν θα λαμβάνονται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ερήμην των πολιτών (τοπικών πληθυσμών και της τοπικής πρακτικής γνώσης).

Για να ολοκληρώσουμε, υπενθυμίζουμε ότι στην άμεση και ουσιαστική, αυτόνομη συζητητική-διαβουλευτική (όχι συναινετικού απλώς χαρακτήρα) συμμετοχή των πολιτών εγγράφεται και η αυξανόμενη τάση από τη δεκαετία του ’70 θέσπισης ως «συστήματος αυτο/διακυβέρνησης» της κλήρωσης των πολιτών (όπως στην αρχαία Αθήνα, τουλάχιστον στη νομοθέτηση και στην απονομή δικαιοσύνης). Τούτο ιδίως σε ειδικά, κυρίως τεχνοεπιστημονικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα, αλλά και άλλα (όπως π.χ. για σύσταση συντακτικής συνέλευσης στην Ισλανδία 2012-2015).

Για τον B. Barber, δύο είναι τα πεδία όπου η εκλογή με κλήρο προσιδιάζει στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά/εκλογοκεντρικά συστήματα μεγιστοποιώντας, πέρα από τα προβλήματα που εμπεριέχει και ιδίως την αποσπασματικότητα, την ουσιαστική συμμετοχή σε κοινωνίες μεγάλης κλίμακας.

Το πρώτο είναι η τοπική συνέλευση για την επιλογή απεσταλμένων σε περιφερειακές συνελεύσεις (συνελεύσεις πόλης, συνδιασκέψεις συνελεύσεων γειτονιάς σε επίπεδο περιφέρειας ή πολιτείας). Το δεύτερο έχει να κάνει με την κάλυψη θέσεων τοπικών αξιωματούχων για τις οποίες δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ή εμπειρία.

*Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών

Πηγή

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Leave A Reply

Your email address will not be published.